Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run along
01
τείνομαι κατά μήκος, ακολουθώ
to be arranged in a straight line or to move in a specific direction without getting off track
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run along
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs along
ενεστώτα μετοχή
running along
απλός αόριστος
ran along
παθητική μετοχή
run along
Παραδείγματα
The cars run along the highway in a steady stream.
Τα αυτοκίνητα κυκλοφορούν κατά μήκος της εθνικής οδού σε σταθερή ροή.
02
φεύγω, αποχωρώ
to leave someone's presence, often after being dismissed or given permission to do so
Παραδείγματα
The teacher told the students it was time to run along.
Ο δάσκαλος είπε στους μαθητές ότι ήταν ώρα να φύγουν.



























