ruled
ruled
ru:ld
roold
riled

Ορισμός και σημασία του "ruled"στα αγγλικά

01

υπόκειται σε μια κυβερνώσα αρχή, κυβερνώμενος

subject to a ruling authority 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

γραμμωμένος, διαγραμμισμένος

having horizontal lines printed on the surface, used to guide writing or drawing, typically on paper 
Παραδείγματα
The notebook had ruled pages for taking notes. 

Το σημειωματάριο είχε γραμμωμένες σελίδες για σημειώσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store