bath salts
bath
bɑ:θ
baath
salts
sɒlts
solts

Ορισμός και σημασία του "bath salts"στα αγγλικά

01

άλατα μπάνιου, άλατα για το μπάνιο

a type of water-soluble substances, typically containing minerals, essential oils, and fragrances 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bath salts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store