Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bath salts
01
άλατα μπάνιου, άλατα για το μπάνιο
a type of water-soluble substances, typically containing minerals, essential oils, and fragrances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bath salts
LanGeek



























