Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rubbish
01
σκουπίδια, απορρίμματα
unwanted, worthless, and unneeded things that people throw away
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Please take out the rubbish before the garbage truck arrives in the morning.
Παρακαλώ βγάλτε τα σκουπίδια πριν φτάσει το φορτηγό σκουπιδιών το πρωί.
02
σκουπίδια, ανοησίες
words or ideas that are considered to be false or of no value
Παραδείγματα
His excuse for being late was complete rubbish.
Η δικαιολογία του για την αργοπορία ήταν εντελώς ανοησία.
rubbish
01
Ανοησίες!, Βλακείες!
used to express disbelief, disagreement, or disapproval of something that has been said
Παραδείγματα
Rubbish! He's the best candidate for the job despite what his opponent say.
Ανοησίες ! Είναι ο καλύτερος υποψήφιος για τη δουλειά παρά τα λεγόμενα του αντιπάλου του.
to rubbish
01
επιτίθεμαι βίαια, κριτικάρω αυστηρά
attack strongly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rubbish
γ΄ ενικό πρόσωπο
rubbishes
ενεστώτα μετοχή
rubbishing
απλός αόριστος
rubbished
παθητική μετοχή
rubbished
rubbish
01
κακής ποιότητας, άχρηστος
having low quality or no worth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rubbish
συγκριτικός βαθμός
more rubbish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rubbish excuse he provided for being late was not believable.
Η άθλια δικαιολογία που έδωσε για την αργοπορία του δεν ήταν πιστευτή.
Λεξικό Δέντρο
rubbishy
rubbish



























