Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rub
01
τρίβω, μασάω
to apply pressure to a surface with back and forth or circular motions
Transitive: to rub sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rub
γ΄ ενικό πρόσωπο
rubs
ενεστώτα μετοχή
rubbing
απλός αόριστος
rubbed
παθητική μετοχή
rubbed
Παραδείγματα
She decided to rub the sore muscles on her shoulders after a long day at work.
Αποφάσισε να τρίψει τους πονεμένους μύες στους ώμους της μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά.
02
τρίβω, ξεσκίζω
to cause something to move back and forth against another object or surface and create friction
Transitive: to rub sth against sth
Παραδείγματα
She rubbed the cloth against the window to remove the streaks and dirt.
Τρίψαμε το πανί στο παράθυρο για να αφαιρέσουμε τις λωρίδες και τη βρωμιά.
Rub
01
τρίψιμο, σκούπισμα
the act of rubbing or wiping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
το κύριο πρόβλημα, το κύριο ζήτημα
the main problem or issue in a particular situation
Λεξικό Δέντρο
rubber
rubbing
rubor
rub



























