rpm
Pronunciation
/ˈɑɹˈpiˈɛm/

Ορισμός και σημασία του "rpm"στα αγγλικά

01

στροφές ανά λεπτό, rpm

a unit for measuring the speed of an engine, a computer hard drive, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rpms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store