to round off
round
raʊnd
rawnd
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "round off"στα αγγλικά

to round off
01

ολοκληρώνω, τελειώνω

to conclude an event or activity in a satisfying manner 
Intransitive
to round off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
round
ενεστώτας
round off
γ΄ ενικό πρόσωπο
rounds off
ενεστώτα μετοχή
rounding off
απλός αόριστος
rounded off
παθητική μετοχή
rounded off
Παραδείγματα
The conference rounded off with a networking session for participants. 

Η διάσκεψη ολοκληρώθηκε με μια συνεδρία δικτύωσης για τους συμμετέχοντες.

02

στρογγυλοποιώ, προσεγγίζω

to express a number as a simpler, whole number, often by removing decimal places or fractions 
Transitive: to round off a number
Παραδείγματα
The textbook recommended that students round off their answers to the nearest tenth for clarity. 

Το εγχειρίδιο συνέστησε ότι οι μαθητές στρογγυλοποιούν τις απαντήσεις τους στο πλησιέστερο δέκατο για σαφήνεια.

03

στρογγυλεύω, μαλακώνω

to make something smooth, curved, or circular in shape 
Transitive: to round off a shape or surface
Παραδείγματα
The artist tried to round off the sharp angles in her sculpture for a softer appearance. 

Η καλλιτέχνης προσπάθησε να στρογγυλοποιήσει τις αιχμηρές γωνίες στο γλυπτό της για μια πιο μαλακή εμφάνιση.

04

τελειοποιώ, ολοκληρώνω

to refine something, making it highly developed or finished 
Transitive: to round off sth
Παραδείγματα
She worked hard to round off her research paper, ensuring it was polished and ready for submission. 

Δούλεψε σκληρά για να ολοκληρώσει την ερευνητική της εργασία, διασφαλίζοντας ότι ήταν γυαλισμένη και έτοιμη για υποβολή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store