rosacea
Pronunciation
/ɹəsˈeɪsiə/

Ορισμός και σημασία του "rosacea"στα αγγλικά

01

ροδόχρους, ακμή ροδόχρους

a chronic skin condition that causes redness, swelling, and small bumps similar to acne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store