Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roquette
01
ρούκολα
erect European annual often grown as a salad crop to be harvested when young and tender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roquettes



























