rookery
roo
ˈrʊ
ρου
ke
κα
ry
ri
ρι
/ɹˈʊkəɹi/

Ορισμός και σημασία του "rookery"στα αγγλικά

01

αποικία φωλιών, φωλιάσμα

a collection of nests that a bird colony, such as rooks build for breeding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rookeries
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store