basketry
bas
ˈbɑ:s
baas
ket
kɪt
kit
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "basketry"στα αγγλικά

01

καλαθοπλεκτική

the craft or skill of making baskets by hand 
basketry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

basketry
basket
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store