Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Basketry
01
καλαθοπλεκτική
the craft or skill of making baskets by hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
basketry
basket
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καλαθοπλεκτική
Λεξικό Δέντρο