Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rollerblade
01
πατίνια, rollerblade
(trademark) a boot with a line of small wheels at its bottom that is used for skating
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rollerblades
Παραδείγματα
The rollerblades were perfect for skating on the smooth trail.
Τα πατίνια ήταν τέλεια για πατινάζ στο ομαλό μονοπάτι.
to rollerblade
01
κάνω πατίνι, κυλάω με πατίνια
travel on shoes with a single line of rubber wheels attached to their soles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rollerblade
γ΄ ενικό πρόσωπο
rollerblades
ενεστώτα μετοχή
rollerblading
απλός αόριστος
rollerbladed
παθητική μετοχή
rollerbladed
Λεξικό Δέντρο
rollerblade
roller
blade



























