rollerblade
ro
ˈrəʊ
ρεου
ller
λα
blade
bleɪd
μπλειντ

Ορισμός και σημασία του "rollerblade"στα αγγλικά

01

πατίνια, rollerblade

(trademark) a boot with a line of small wheels at its bottom that is used for skating 
rollerblade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rollerblades
Παραδείγματα
She wore her rollerblades to the park for a quick skate. 

Φόρεσε τα πατίνια της στο πάρκο για ένα γρήγορο πατινάζ.

to rollerblade
01

κάνω πατίνι, κυλάω με πατίνια

travel on shoes with a single line of rubber wheels attached to their soles 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rollerblade
γ΄ ενικό πρόσωπο
rollerblades
ενεστώτα μετοχή
rollerblading
απλός αόριστος
rollerbladed
παθητική μετοχή
rollerbladed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rollerblade

roller

+

blade

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store