Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to roll out
01
παρουσιάζω, εκτοξεύω
to officially introduce or launch a new product, service, or system
Transitive: to roll out a product or service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
roll
ενεστώτας
roll out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rolls out
ενεστώτα μετοχή
rolling out
απλός αόριστος
rolled out
παθητική μετοχή
rolled out
Παραδείγματα
The company plans to roll the new smartphone out next month.
Η εταιρεία σχεδιάζει να κυκλοφορήσει το νέο smartphone τον επόμενο μήνα.
02
απλώνω, ισοπεδώνω
to use a roller or similar tool to flatten something
Transitive: to roll out a malleable object
Παραδείγματα
I need to roll out the dough before we can make the pizza.
Πρέπει να απλώσω τη ζύμη πριν μπορέσουμε να φτιάξουμε την πίτσα.
03
ξετυλίγω, απλώνω
to flatten something by unrolling it
Transitive: to roll out paper or fabric
Παραδείγματα
She rolled out the yoga mat to start her daily exercise routine.
Ξετύλιξε το χαλάκι γιόγκα για να ξεκινήσει την καθημερινή της ρουτίνα άσκησης.



























