Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rocket
01
πύραυλος
a spacecraft that moves up by the force of the gases produced when the fuel burns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rockets
Παραδείγματα
The rocket ’s engines ignited, generating the thrust needed to overcome Earth's gravity and reach space.
Οι κινητήρες του πυραύλου ανάφτηκαν, παράγοντας την ώση που απαιτείται για να ξεπεραστεί η βαρύτητα της Γης και να φτάσει στο διάστημα.
02
ρούκολα, ρούκολα
a fast-growing European annual, cultivated as a salad green and harvested while young and tender
Παραδείγματα
He garnished the pasta with a handful of rocket.
Γαρνίρισε τα ζυμαρικά με μια χούφτα ρούκολα.
to rocket
01
αναπηδώ, αυξάνομαι ραγδαία
(of a price, amount, etc.) to increase suddenly and significantly
Παραδείγματα
After the news of the breakthrough, the pharmaceutical company 's stock rocketed to an all-time high.
Μετά την είδηση της ανακάλυψης, η μετοχή της φαρμακευτικής εταιρείας εκτοξεύτηκε σε ρεκόρ όλων των εποχών.
02
εκτοξεύω, πυροδοτώ
to propel or launch something using a rocket engine or similar thrust
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rocket
γ΄ ενικό πρόσωπο
rockets
ενεστώτα μετοχή
rocketing
απλός αόριστος
rocketed
παθητική μετοχή
rocketed
Παραδείγματα
The spacecraft rocketed past the Moon on its trajectory.
Το διαστημόπλοιο εκτοξεύθηκε με πυραυλοκίνηση πέρα από τη Σελήνη στην τροχιά του.
Λεξικό Δέντρο
rocketry
rocket



























