Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rocker
01
κουνιστή καρέκλα, καρέκλα με πλαστιγγίδες
a chair mounted on rockers
Dialect
American
02
ροκέρ, οπαδός της ροκ μουσικής
a performer or composer or fan of rock music
03
ταλάντευση στήριξης, κουνιστή καρέκλα
a curved support that permits the supported object to rock to and fro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rockers
04
πατίνι με καμπύλη λεπίδα, πατίνι rocker
an ice skate with a curved blade
05
κούνια, σκαφή χρυσού
a trough that can be rocked back and forth; used by gold miners to shake auriferous earth in water in order to separate the gold
06
ένας ροκάς, ένας έφηβος ή νεαρός ενήλικας στη δεκαετία του 1960 που φορούσε δερμάτινες μπουφάν και οδηγούσε μοτοσικλέτες
a teenager or young adult in the 1960s who wore leather jackets and rode motorcycles
07
κουνιστής, πρόσωπο που κουνάει ένα παιδί στην κούνια
an attendant who rocks a child in a cradle
08
ισορροπιστής, κουνιστός
a part that helps balance and stabilize the car while driving
Παραδείγματα
A strong rocker is important for maintaining stability, especially during sharp turns or sudden stops.
Ένα ισχυρό rocker είναι σημαντικό για τη διατήρηση της σταθερότητας, ειδικά κατά τις απότομες στροφές ή τις ξαφνικές στάσεις.
Λεξικό Δέντρο
rocker
rock



























