rock climber
Pronunciation
/ɹˈɑːk klˈaɪmɚ/

Ορισμός και σημασία του "rock climber"στα αγγλικά

01

ορειβάτης, αναρριχητής βράχων

a climber of vertical rock faces
rock climber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rock climbers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store