Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rock climber
01
ορειβάτης, αναρριχητής βράχων
a climber of vertical rock faces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rock climbers
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ορειβάτης, αναρριχητής βράχων