rinse off
rinse
rɪns
rins
off
ɔf
awf
/ɹˈɪns ˈɒf/

Ορισμός και σημασία του "rinse off"στα αγγλικά

to rinse off
01

ξεπλένω, πλένω με νερό

wash off soap or remaining dirt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
rinse
ενεστώτας
rinse off
γ΄ ενικό πρόσωπο
rinses off
ενεστώτα μετοχή
rinsing off
απλός αόριστος
rinsed off
παθητική μετοχή
rinsed off
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store