rhyme
Pronunciation
/ˈɹaɪm/

Ορισμός και σημασία του "rhyme"στα αγγλικά

01

ομοιοκαταληξία, ασσονάνς

agreement between the sound or the ending of a word and another word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rhymes
Παραδείγματα
The poet carefully chose words with rhymes that enhanced the meaning.
Ο ποιητής επέλεξε προσεκτικά λέξεις με ομοιοκαταληξίες που ενίσχυαν το νόημα.
02

ομοιοκαταληξία

a short piece of poem
Παραδείγματα
The rhyme was simple but had a deep meaning.
Η ομοιοκαταληξία ήταν απλή αλλά είχε βαθύ νόημα.
to rhyme
01

ομοιοκαταληκτώ, δημιουργώ ομοιοκαταληξία

(Of words) to have the same or similar ending sounds, especially in their final syllables
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rhyme
γ΄ ενικό πρόσωπο
rhymes
ενεστώτα μετοχή
rhyming
απλός αόριστος
rhymed
παθητική μετοχή
rhymed
Παραδείγματα
The children giggled at the silly words that rhymed in the story.
Τα παιδιά γέλασαν με τις ανόητες λέξεις που ομοιοκαταληκτούσαν στην ιστορία.
1.1

ομοιοκαταληκτώ, δημιουργώ ομοιοκαταληξία

to put words with similar ending sounds together while writing poetry
Intransitive
Παραδείγματα
Children 's books often rhyme to make reading fun and memorable.
Τα παιδικά βιβλία συχνά ομοιοκαταληκτούν για να κάνουν την ανάγνωση διασκεδαστική και αξέχαστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store