rhyme
rhyme
raɪm
raim
climecrimeslimechyme

Ορισμός και σημασία του "rhyme"στα αγγλικά

01

ομοιοκαταληξία, ασσονάνς

agreement between the sound or the ending of a word and another word 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rhymes
Παραδείγματα
"Cat" and "hat" are perfect rhymes because they end with the same sound. 

« Γάτα » και « καπέλο » είναι τέλειες ομοιοκαταληξίες επειδή τελειώνουν με τον ίδιο ήχο.

02

ομοιοκαταληξία

a short piece of poem 
Παραδείγματα
The children recited a cute rhyme about a cat and a hat. 

Τα παιδιά απαγγείλανε ένα χαριτωμένο στίχο για μια γάτα και ένα καπέλο.

to rhyme
01

ομοιοκαταληκτώ, δημιουργώ ομοιοκαταληξία

(Of words) to have the same or similar ending sounds, especially in their final syllables 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rhyme
γ΄ ενικό πρόσωπο
rhymes
ενεστώτα μετοχή
rhyming
απλός αόριστος
rhymed
παθητική μετοχή
rhymed
Παραδείγματα
"Cat" rhymes with "hat." 

"Γάτα" ομοιοκαταληκτεί με "καπέλο".

1.1

ομοιοκαταληκτώ, δημιουργώ ομοιοκαταληξία

to put words with similar ending sounds together while writing poetry 
Intransitive
Παραδείγματα
The poet loved to rhyme playful words. 

Ο ποιητής αγαπούσε να ομοιοκαταληκτεί παιχνιδιάρικες λέξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store