Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rhinolaryngologist
/ɹˌaɪnoʊlˌɑːɹɪŋɡˈɑːlədʒˌɪst/
Rhinolaryngologist
01
ρινολαρυγγολόγος, ειδικός στις διαταραχές του αυτιού
a specialist in the disorders of the ear or nose or throat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rhinolaryngologists
Λεξικό Δέντρο
rhinolaryngologist
rhinolaryngology
rhinolaryngo



























