barrow
Pronunciation
/ˈbæɹoʊ/, /ˈbɛɹoʊ/

Ορισμός και σημασία του "barrow"στα αγγλικά

01

χειραμάξι, καροτσάκι

a cart for carrying small loads; has handles and one or more wheels
barrow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barrows
02

τύμβος, σωρός χώματος πάνω από προϊστορικούς τάφους

(archeology) a heap of earth placed over prehistoric tombs
03

η ποσότητα που μπορεί να κρατήσει ένα καροτσάκι, το περιεχόμενο ενός καροτσιού

the quantity that a barrow will hold
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store