Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barrow
01
χειραμάξι, καροτσάκι
a cart for carrying small loads; has handles and one or more wheels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barrows
02
τύμβος, σωρός χώματος πάνω από προϊστορικούς τάφους
(archeology) a heap of earth placed over prehistoric tombs
03
η ποσότητα που μπορεί να κρατήσει ένα καροτσάκι, το περιεχόμενο ενός καροτσιού
the quantity that a barrow will hold
LanGeek



























