Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barrister
01
δικηγόρος, νομικός
a legal professional qualified and licensed to advocate on behalf of clients in both lower and higher courts
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barristers
Παραδείγματα
The barrister specialized in family law, providing guidance and representation in divorce and custody cases.
Ο barrister ειδικευόταν στο οικογενειακό δίκαιο, παρέχοντας καθοδήγηση και εκπροσώπηση σε υποθέσεις διαζυγίου και επιμέλειας.



























