barrenness
ba
ˈbæ
μπαι
rre
ρα
nness
nəs
νασ
/bˈæɹənnəs/

Ορισμός και σημασία του "barrenness"στα αγγλικά

01

στειρότητα, αγονία

the inability of a person, animal or plant to reproduce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

στειρότητα, αγονία

the quality of yielding nothing of value
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store