respiratory organ
res
ˈrɪs
ρισ
pi
pɪ
πι
ra
rə
ρα
to
tə
τα
ry
ri
ρι
or
ɔ:
ο
gan
gən
γκαν

Ορισμός και σημασία του "respiratory organ"στα αγγλικά

Respiratory organ
01

αναπνευστικό όργανο, αναπνευστική συσκευή

a part of the body that helps take in oxygen and remove carbon dioxide, allowing breathing to occur 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
respiratory organs
Παραδείγματα
The lungs are the main respiratory organ in humans. 

Οι πνεύμονες είναι το κύριο αναπνευστικό όργανο στους ανθρώπους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store