Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Residential area
01
κατοικημένη περιοχή, οικιστική περιοχή
a place where people live, consisting mainly of houses and apartment buildings rather than offices and shops
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
residential areas
Παραδείγματα
The residential area is quiet, with tree-lined streets and few businesses.
Η κατοικημένη περιοχή είναι ήσυχη, με δέντρα στις οδούς και λίγες επιχειρήσεις.



























