Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
residential
01
κατοικίας, κατοικητήριος
(of an area with buildings) designed specially for people to live in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city zoning regulations prohibit commercial activities in residential areas.
Οι κανονισμοί ζωνικής διάρθρωσης της πόλης απαγορεύουν τις εμπορικές δραστηριότητες σε κατοικημένες περιοχές.
02
κατοικίας, κατοικητήριο
of or relating to a residence or the act of residing
Παραδείγματα
He receives residential services for the elderly.
Λαμβάνει κατοικητικές υπηρεσίες για ηλικιωμένους.
03
κατοικίας, κατοικητήριο
including living accommodations along with other activities or care
Παραδείγματα
A residential college provides students with both education and dormitories.
Ένα εσωτερικής κολέγιο παρέχει στους φοιτητές τόσο εκπαίδευση όσο και κοιτώνες.
Λεξικό Δέντρο
nonresidential
residentially
residential
resident



























