Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remonstrate
01
διαμαρτύρομαι, επιπλήττω
to argue and express one's disagreement or objection to something
Intransitive: to remonstrate against sth | to remonstrate with sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remonstrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
remonstrates
ενεστώτα μετοχή
remonstrating
απλός αόριστος
remonstrated
παθητική μετοχή
remonstrated
Παραδείγματα
The employees gathered to remonstrate against the sudden changes in their work hours.
Οι εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις ξαφνικές αλλαγές στα ωράρια εργασίας τους.
02
επιπλήττω, διαμαρτύρομαι
to express something as protest, reproof, or opposition
Transitive: to remonstrate that
Παραδείγματα
She remonstrated that her brother should not stay out past curfew.
Εκείνη διαμαρτυρήθηκε ότι ο αδελφός της δεν θα έπρεπε να μένει έξω μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας.
Λεξικό Δέντρο
remonstration
remonstrate
remonstr



























