remnant
Pronunciation
/ˈɹɛmnənt/

Ορισμός και σημασία του "remnant"στα αγγλικά

01

υπόλειμμα, απομεινάρι

a tiny fragment or piece that survives after the larger part has been used, removed, or destroyed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remnants
Παραδείγματα
There were only remnants of memories left from their childhood.
Απομένουν μόνο απομεινάρια αναμνήσεων από την παιδική τους ηλικία.
02

υπόλειμμα, κομμάτι υφάσματος

a piece of cloth that is left over after the rest has been used or sold
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store