Remittent
volume
British pronunciation/ɹɪmˈɪtənt/
American pronunciation/ɹɪmˈɪtənt/

Ορισμός και Σημασία του "remittent"

01

(of a disease) characterized by periods of diminished severity

word family

remit

remit

Verb

remittent

Adjective
example
Παράδειγμα
download-mobile-app
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Langeek Mobile Application
Κατεβάστε την Εφαρμογή
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store