Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reinforced concrete
01
οπλισμένο σκυρόδεμα, ενισχυμένο σκυρόδεμα
a composite material that consists of concrete and embedded reinforcement, typically steel bars or mesh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reinforced concretes



























