Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Registrar
01
καταχωρητής, αρχειοφύλακας
someone responsible for keeping records
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
registrars
02
γραφέας, ακαδημαϊκός γραμματέας
an administrative officer in a college or university responsible for maintaining student records
Παραδείγματα
The registrar conducted audits of student records to ensure compliance with graduation requirements.
Ο γραφέας διενήργησε ελέγχους των φοιτητικών αρχείων για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αποφοίτησης.
03
καταγραφέας, υπάλληλος καταχώρισης
a person employed to keep a record of the owners of stocks and bonds issued by the company



























