barnburner
barn
ˈbɑ:n
baan
bur
ˌbɜ:
ner

Ορισμός και σημασία του "barnburner"στα αγγλικά

01

εμπρηστής αχυρώνα, καύστης αχυρώνα

someone who burns down a barn 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barnburners
02

εντυπωσιακή εκδήλωση, καταπληκτική επιτυχία

an impressively successful event 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

barnburner

barn

+

burner

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store