Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barnburner
01
εμπρηστής αχυρώνα, καύστης αχυρώνα
someone who burns down a barn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barnburners
02
εντυπωσιακή εκδήλωση, καταπληκτική επιτυχία
an impressively successful event
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
barnburner
barn
burner



























