registered mail
re
ˈrɛ
re
gis
ʤɪs
jis
tered
təd
tēd
mail
meɪl
meil

Ορισμός και σημασία του "registered mail"στα αγγλικά

Registered mail
01

συστημένη αλληλογραφία, καταχωρημένη αλληλογραφία

a postal service that provides secure and trackable delivery for important or valuable items, requiring the recipient's signature upon receipt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
registered mails
Παραδείγματα
She decided to send the legal documents by registered mail to ensure they arrived safely. 

Αποφάσισε να στείλει τα νομικά έγγραφα με συστημένη αλληλογραφία για να διασφαλίσει ότι θα φτάσουν με ασφάλεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store