Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Registered mail
01
συστημένη αλληλογραφία, καταχωρημένη αλληλογραφία
a postal service that provides secure and trackable delivery for important or valuable items, requiring the recipient's signature upon receipt
Παραδείγματα
She decided to send the legal documents by registered mail to ensure they arrived safely.
Αποφάσισε να στείλει τα νομικά έγγραφα με συστημένη αλληλογραφία για να διασφαλίσει ότι θα φτάσουν με ασφάλεια.
He received a notice from the post office to pick up a registered mail package.
Λάμβανε μια ειδοποίηση από το ταχυδρομείο για να παραλάβει ένα δέμα συστημένη αλληλογραφία.



























