Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reflexive
01
αυτοπαθής, αυτοπαθής αντωνυμία
(grammar) a verb or pronoun that shows the subject and the object of a sentence are the same
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
reflexives
reflexive
01
αυτοπαθής, αντανακλαστικός
(grammar) describing a word that indicates that the action of the verb affects the agent performing it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
grammar, linguistics
02
αντανακλαστικός, ακούσιος
without volition or conscious control
LanGeek



























