reflexive
ref
ˈrəf
ραφ
lex
lɛk
λεκ
ive
sɪv
σιβ
/ɹɪflˈɛksɪv/

Ορισμός και σημασία του "reflexive"στα αγγλικά

01

αυτοπαθής, αυτοπαθής αντωνυμία

(grammar) a verb or pronoun that shows the subject and the object of a sentence are the same
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reflexives
01

αυτοπαθής, αντανακλαστικός

(grammar) describing a word that indicates that the action of the verb affects the agent performing it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

αντανακλαστικός, ακούσιος

without volition or conscious control
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store