reflex
re
ri:
ri
flex
flɛks
fleks
/ɹˈiːflɛks/

Ορισμός και σημασία του "reflex"στα αγγλικά

01

αντανακλαστικό, αντανακλαστική αντίδραση

an automatic instinctive unlearned reaction to a stimulus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reflexes
01

αντανακλαστικός, ακούσιος

without volition or conscious control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reflex
συγκριτικός βαθμός
more reflex
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store