Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Referee
01
διαιτητής, κριτής
an official who is in charge of a game, making sure the rules are obeyed by the players
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
referees
Παραδείγματα
The referee blew the whistle to signal the end of the match, much to the relief of the exhausted players.
Ο διαιτητής σφύριξε για να σηματοδοτήσει το τέλος του αγώνα, προς μεγάλη ανακούφιση των εξαντλημένων παικτών.
02
διαιτητής, αξιολογητής
someone who reads manuscripts and judges their suitability for publication
03
δικαστικός επιμελητής, δικαστικός αναφερόμενος
an attorney appointed by a court to investigate and report on a case
04
σύσταση, εγγυητής
a person who writes a reference letter to support someone's application or qualifications
Παραδείγματα
The company asked for a referee to provide a reference for the job applicant.
Η εταιρεία ζήτησε από έναν διαιτητή να παράσχει μια αναφορά για τον υποψήφιο για τη θέση εργασίας.
to referee
01
αξιολογώ, κρίνω
evaluate professionally a colleague's work
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
referee
γ΄ ενικό πρόσωπο
referees
ενεστώτα μετοχή
refereeing
απλός αόριστος
refereed
παθητική μετοχή
refereed
02
διαιτητεύω, είμαι διαιτητής
be a referee or umpire in a sports competition



























