reeve
reeve
riv
ριβ
/ɹˈiːv/
rove

Ορισμός και σημασία του "reeve"στα αγγλικά

01

μια reeve, που χαρακτηρίζεται από ένα διακριτικό κολάρο από φτερά γύρω από το λαιμό κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής

a female ruff characterized by a distinctive collar of feathers around the neck during breeding season
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reeves
to reeve
01

στερεώνω περνώντας μέσα από μια τρύπα ή γύρω από κάτι, δένω περνώντας μέσα από μια τρύπα ή τυλίγοντας γύρω από κάτι

fasten by passing through a hole or around something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reeve
γ΄ ενικό πρόσωπο
reeves
ενεστώτα μετοχή
reeving
απλός αόριστος
rove
παθητική μετοχή
rove
02

περνώ μέσα από μια τρύπα ή άνοιγμα, κάνω να περάσει μέσα από μια τρύπα ή άνοιγμα

pass through a hole or opening
03

περνώ σχοινί μέσα, περάσω σχοινί

pass a rope through
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store