reeve
reeve
riv
riv
reavereleve
rove

Ορισμός και σημασία του "reeve"στα αγγλικά

01

μια reeve, που χαρακτηρίζεται από ένα διακριτικό κολάρο από φτερά γύρω από το λαιμό κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής

a female ruff characterized by a distinctive collar of feathers around the neck during breeding season 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
reeves
αρσενικό ενικό
ruff
θηλυκό ενικό
reeve
neutral form
bird
to reeve
01

στερεώνω περνώντας μέσα από μια τρύπα ή γύρω από κάτι, δένω περνώντας μέσα από μια τρύπα ή τυλίγοντας γύρω από κάτι

fasten by passing through a hole or around something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reeve
γ΄ ενικό πρόσωπο
reeves
ενεστώτα μετοχή
reeving
απλός αόριστος
rove
παθητική μετοχή
rove
02

περνώ μέσα από μια τρύπα ή άνοιγμα, κάνω να περάσει μέσα από μια τρύπα ή άνοιγμα

pass through a hole or opening 
03

περνώ σχοινί μέσα, περάσω σχοινί

pass a rope through 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store