Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Red line
01
κόκκινη γραμμή, ερυθρή γραμμή
a line that is colored red and that bisects an ice hockey rink
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
red lines
02
κόκκινη γραμμή, αμετάβλητο όριο
a limit or boundary that is unchangeable and should not be violated



























