red line
red
rɛd
ρεντ
line
laɪn
λαιν
redefineredline

Ορισμός και σημασία του "red line"στα αγγλικά

01

κόκκινη γραμμή, ερυθρή γραμμή

a line that is colored red and that bisects an ice hockey rink 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
red lines
02

κόκκινη γραμμή, αμετάβλητο όριο

a limit or boundary that is unchangeable and should not be violated 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store