Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to barf
01
κάνω εμετό, ξεραίνομαι
eject the contents of the stomach through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barf
γ΄ ενικό πρόσωπο
barfs
ενεστώτα μετοχή
barfing
απλός αόριστος
barfed
παθητική μετοχή
barfed
barf
01
Μπλιαχ!, Αηδία!
used to express disgust, revulsion, or a strong aversion to something unpleasant or repulsive
informal
Παραδείγματα
Barf! I ca n't believe you want to eat that.
Μπλιαχ! Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θέλεις να το φας αυτό.
Barf
01
εμετός, ξερασιά
the matter ejected in vomiting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























