red-hot
red
rɛd
red
hot
hɒt
hot

Ορισμός και σημασία του "red-hot"στα αγγλικά

01

υπερταχύς, αστραπιαίος

very fast; capable of quick response and great speed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most red-hot
συγκριτικός βαθμός
more red-hot
διαβαθμίσιμο
02

πυρακτωμένος, κοκκινόπυρος

heated to the point of shining in a red color 
Παραδείγματα
The blacksmith pulled the red-hot iron from the furnace. 

Ο σιδηρουργός τράβηξε τον πυρακτωμένο σίδηρο από τον κλίβανο.

03

πιο πρόσφατος, ολοκαίνουργιος

newest or most recent 
04

καυτός, φλογερός

having strong sexual appeal 
05

φλογερό, παθιασμένο

characterized by intense emotion or interest or excitement 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store