Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recording
01
εγγραφή, καταγραφή
a lasting version of sounds, images, or data made for future use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recordings
Παραδείγματα
The band released a new recording of their live performance.
Το συγκρότημα κυκλοφόρησε μια νέα ηχογράφηση της ζωντανής τους παράστασης.
02
εγγραφή, καταγραφή
the process of capturing sounds, images, or data for preservation and future playback
Παραδείγματα
The studio session focused on the recording of their debut album.
Η συνεδρία στο στούντιο επικεντρώθηκε στην ηχογράφηση του ντεμπούτο άλμπουμ τους.
03
εγγραφή, δίσκος
a disc or tape used to store captured sounds or visual images
Παραδείγματα
They found an old recording of their family vacation on a VHS tape.
Βρήκαν ένα παλιό ηχογράφημα των οικογενειακών τους διακοπών σε μια κασέτα VHS.
Λεξικό Δέντρο
recording
record



























