Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barbiturate
01
βαρβιτουρικό, οργανική ένωση που προέρχεται από βαρβιτουρικό οξύ
any organic compound derived from barbituric acid that is used as a sedative and greatly reduces the activity of the nervous system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barbiturates



























