Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rearrange
01
αναδιατάσσω, αναδιοργανώνω
to change the position, order, or layout of something, often with the goal of improving its organization, efficiency, or appearance
Transitive: to rearrange placement of items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rearrange
γ΄ ενικό πρόσωπο
rearranges
ενεστώτα μετοχή
rearranging
απλός αόριστος
rearranged
παθητική μετοχή
rearranged
Παραδείγματα
We are rearranging the seating plan for the event to accommodate more guests.
Αναδιατάσσουμε το σχέδιο θέσεων για την εκδήλωση για να φιλοξενήσουμε περισσότερους επισκέπτες.
Λεξικό Δέντρο
rearrange
arrange



























