real life
real
rɪəl
ριελ
life
laɪf
λαιφ

Ορισμός και σημασία του "real life"στα αγγλικά

01

πραγματική ζωή, πραγματικός κόσμος

the practical world as opposed to the academic world 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store