Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Real estate
01
ακίνητη περιουσία, ακίνητο
a piece of land, building, or other similar property as opposed to personal possessions
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























