ready-to-wear
rea
ˈrɛ
re
dy
di
di
to
wear
wɛə
veē

Ορισμός και σημασία του "ready-to-wear"στα αγγλικά

01

έτοιμο προς φορεσιά, έτοιμα ρούχα

clothing made for the general market not only for an individual 
ready-to-wear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ready-to-wears
ready-to-wear
01

έτοιμο προς φορεσιά

(of clothes) ready-made and provided in all sizes rather than suiting only a particular customer 
ready-to-wear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store