Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bar mitzvah
01
μπαρ μιτσβά, τελετή μπαρ μιτσβά
a Jewish ceremony for a boy when he turns 13, marking his transition to being considered an adult in the Jewish community
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bar mitzvahs
Παραδείγματα
His bar mitzvah ceremony was a grand celebration with family and friends.
Η τελετή μπαρ μιτσβά του ήταν μια μεγάλη γιορτή με οικογένεια και φίλους.
to bar mitzvah
01
επιβεβαιώνω στην τελετή μπαρ μιτζβά, γιορτάζω το μπαρ μιτζβά
confirm in the bar mitzvah ceremony, of boys in the Jewish faith
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bar mitzvah
γ΄ ενικό πρόσωπο
bar mitzvahs
ενεστώτα μετοχή
bar mitzvahing
απλός αόριστος
bar mitzvahed
παθητική μετοχή
bar mitzvahed



























