Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rapist
01
βιαστής, σεξουαλικός επιτιθέμενος
someone who forcefully engages in sexual activity with another person without their agreement or permission, which is against the law and considered a serious crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rapists
Παραδείγματα
The rapist was arrested after the victim courageously identified him in a police lineup.
Ο βιαστής συνελήφθη αφού το θύμα τον αναγνώρισε με θάρρος σε μια αστυνομική παρέλαση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rapist
rape



























