rapist
ra
ˈreɪ
ρει
pist
pɪst
πιστ
racist

Ορισμός και σημασία του "rapist"στα αγγλικά

01

βιαστής, σεξουαλικός επιτιθέμενος

someone who forcefully engages in sexual activity with another person without their agreement or permission, which is against the law and considered a serious crime 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rapists
Παραδείγματα
The rapist was arrested after the victim courageously identified him in a police lineup. 

Ο βιαστής συνελήφθη αφού το θύμα τον αναγνώρισε με θάρρος σε μια αστυνομική παρέλαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rapist
rape
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store