Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Banking company
01
τραπεζική εταιρεία, τραπεζικό ίδρυμα
a financial institution that accepts deposits and channels the money into lending activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
banking companies
LanGeek



























